16.9.17

Το μπλε πηλίκιο και ένα "τραύμα"



γράφει ο Κώστας Μαρίνος

Το δηλώνω από την αρχή. Μου άρεζε το σχολείο. Και για να σας κάνω να το πιστέψετε, θα προσθέσω ότι οι γονείς μου με βρήκαν να περιμένω έξω από την κλειστή πόρτα του νηπιαγωγείου της γειτονιάς μου, πριν καν φτάσω σε ηλικία που θα μου επέτρεπε να περάσω και στο εσωτερικό του.
Έφτασε βεβαίως, και έτσι μπήκα στα «μικρά νήπια» και την επόμενη χρονιά στα «μεγάλα νήπια» ― διαχωρισμοί που μάλλον δεν ισχύουν στις μέρες μας.
Δεν άργησε ―μόνο έξι χρόνια πέρασαν― και η στιγμή της αποφοίτησης από το δημοτικό, με το απολυτήριο να γράφει 9 (!), ναι εννέα, γεγονός που προκάλεσε μεγάλη ενδοοικογενειακή θύελλα, αφού θεωρήθηκε όνειδος για την τιμή όλων των μελών της και ένδειξη ότι θα κατέληγα εργάτης ή ζητιάνος ή κάτι χειρότερο ―εάν υπάρχει κάτι χειρότερο.
Όμως, όπως λένε οι σοφοί, ο χρόνος επουλώνει τα τραύματα, οι απειλές ξεχάστηκαν και, καθώς περνούσε το καλοκαίρι, ετοιμαζόμασταν όλοι οικογενειακώς για το επόμενο μεγάλο βήμα. Την είσοδο μου στο Γυμνάσιο. Όχι, δεν αγωνιούσα αλλά ήθελα να είμαι καλά προετοιμασμένος από κάθε πλευρά. Και ως πρώτο εφόδιο για την επόμενη περίοδο της ζωής μου, πίστευα πως έπρεπε να αγοράσουμε ένα πηλίκιο.
Μπλε, με μια χρυσή κουκουβάγια πάνω από το μαύρο, γυαλιστερό γείσο, με περίμενε στη βιτρίνα καταστήματος στην κεντρική οδό της επαρχιακής πόλης όπου μεγάλωνα. Για την αγορά του με συνόδευσε περήφανος ο πατέρας μου. Κουβέντιασε με τον καταστηματάρχη, εγώ περίμενα και περίμενα, έως ότου έφtασε η στιγμή της δοκιμής. Μια στιγμή που θα έπρεπε να την αφηγηθώ στον ψυχαναλυτή μου αλλά, αφού δεν κατέφυγα έως τώρα στη βοήθειά του, ας την εξομολογηθώ εδώ.
«Και τι μεγάλο κεφάλι έχεις!» Αυτή ήταν η φράση του καταστηματάρχη. Ήταν οριστικό. Είχα μεγάλο κεφάλι αφού έπρεπε να δοκιμάσω το ένα καπέλο μετά το άλλο έως ότου βρεθεί το κατάλληλο μέγεθος για μένα. Βρέθηκε τελικά, το αγοράσαμε αλλά το πήρα στο σπίτι με κατεβασμένο από ντροπή το «μεγάλο κεφάλι» μου. Μπορεί να είχα αποκτήσει τον τίτλο του γυμνασιόπαιδα που θα φορούσε υποχρεωτικά πηλίκιο αλλά εκείνος ο χαρακτηρισμός δεν έβγαινε από το μυαλό μου. Καπέλο πάνω σε μεγάλο κεφάλι;

Όμως, λίγο πριν από την έναρξη της σχολικής χρονιάς όλα άλλαξαν. Ήρθε η ανακοίνωση της κυβέρνησης: καταργήθηκε η μπλε ποδιά για τα κορίτσια, καταργήθηκε και το μπλε πηλίκιο για τα αγόρια. Ασκεπείς εμφανιστήκαμε όλοι στον αγιασμό για τη νέα χρονιά, το πηλίκιο κάπου άρχισε να μαζεύει σκόνη έως ότου πετάχτηκε στα σκουπίδια, ξέχασα το «μεγάλο» κεφάλι, συνάντησα φίλους παλιούς και έκανα νέους, με καθοδήγησαν καθηγητές που τιμούσαν το λειτούργημά τους, και κάτι ακόμα: διέψευσα τους φόβους των γονιών μου ότι θα κατέληγα εργάτης ή ζητιάνος ― ή και κάτι χειρότερο.
Τις φωτογραφίες πρόσφερε από το προσωπικό της αρχείο η Μένη Κυριάκογλου. ]

[ Ο Κώστας Μαρίνος είναι δημοσιογράφος ]

H σχέση μου με τα Γράμματα




γράφει η Ελένη Χοντολίδου

Είμαι το δεύτερο και τελευταίο παιδί μιας ενδιαφέρουσας οικογένειας· ενδιαφέρουσας γιατί και οι δύο γονείς ήταν νεόπτωχοι πρόσφυγες Πόντιοι, δηλαδή οι παππούδες μου ήταν πλούσιοι και ως πρόσφυγες έχασαν τη γη κάτω απ’ τα πόδια τους.

Ο πατέρας μου επιθυμούσε να τελειώσουμε το σχολείο και να  δουλέψουμε σε καμιά τράπεζα. Αυτό αποδείχτηκε πολύ χαμηλός στόχος, καθώς η κατά τέσσερα χρόνια μεγαλύτερη αδελφή μου, που είναι και η διάνοια της οικογένειας, διέπρεψε από πολύ νωρίς. Να φανταστείτε τη χαρά του όταν μία χρονιά, ως θεατής της μαθητικής παρέλασης, έβλεπε τη μεγάλη του κόρη σημαιοφόρο και τη μικρή παραστάτρια! Και ακολούθησαν οι σπουδές στο Πανεπιστήμιο και τα υπόλοιπα μεγαλεία: η Εριφύλη στην Αρχιτεκτονική, εγώ Φιλοσοφική, αφού όμως απέδειξα αυτά που όφειλα στον εαυτό μου να αποδείξω, ότι δηλαδή η Φιλοσοφική είναι επιλογή και όχι ανάγκη. 


Η πρώτη μου ανάμνηση γραμματισμού ήταν όταν η αδελφή μου διάβαζε και έγραφε τα μαθήματά της, και εγώ στο πλάι έσκαγα από τη ζήλεια μου. Το χειρότερο ήταν όταν επισκεπτόμασταν το υπέροχο ιδιωτικό της σχολείο και μου έτρεχαν τα σάλια με όλα τα τετράδια καλλιγραφίας, αντιγραφής, τα μελάνια, τους κονδυλοφόρους και όλα τα σχετικά: κοντολογίς, γεννήθηκα "φύτουλας". Άρχισα να "διαβάζω" μόνη μου, δηλαδή να λέω τα παραμύθια μου σαν να τα διαβάζω, γυρνώντας τις σελίδες εκεί που έπρεπε, ξεγελώντας τους πάντες ― πλην θείου Γιάννη. Έμαθα την προπαίδεια πριν πάω σχολείο και διάβασα κανονικά πριν πάω στην Α΄ Δημοτικού. Κάνοντας παρέα με τον αρχιεργάτη της διπλανής πολυκατοικίας, που χτιζόταν όσο ήμουνα πέντε χρονών, έλεγα διάφορες σπάνιες και εξωτικές λέξεις όπως «κονίαμα», «σκυρόδεμα», «μπετόν»…, εξ ού και θεώρησαν ότι είμαι ο Baby Wims και με πήγαν σε ψυχίατρο, για να πιστοποιήσει τον δείκτη ευφυΐας μου. Εγώ μούγκα· ούτε στα προβολικά τεστ ανταποκρίθηκα ούτε άνοιξα το στόμα μου. Δεν ξέρω τι θα γινόταν εάν το τεστ έδειχνε 200... Θα με γυρνούσαν στα παζάρια και στις αγορές; Θα με έβαζαν εσωτερική στο Harvard; Εγώ πάντως δεν συνεργάστηκα με το ψυχιατρικό κατεστημένο της πόλης μας. Αργότερα, με τον κατά πολύ μεγαλύτερό μου ψυχίατρο γίναμε συνάδελφοι και του το θύμισα γελώντας…

Στα κανονικά μου έφτιαχνα πέντε ιστορίες στην καθισιά, τις οποίες "παίζαμε" με τις φίλες μου μελοδραματικές ιστορίες που προέκυπταν από τις ραδιοφωνικές σειρές που άκουγα με πάθος κεντώντας, τις ελληνικές και τουρκικές ταινίες που βλέπαμε διψασμένα, όταν δεν διαβάζαμε κλασσικά εικονογραφημένα, το μικρό και το μεγάλο Μίκυ Μάους που έφερνε ο πατέρας μας κάθε Σάββατο μεσημέρι.

Στο σπίτι υπήρχε ραδιόφωνο, πικ απ, και μεγάλη (νόμιζα τότε) βιβλιοθήκη με παιδικά βιβλία, λεξικά, εγκυκλοπαίδειες, ελληνική και ξένη λογοτεχνία. Και γυναικεία περιοδικά: Γυναίκα και Πάνθεον. Μετά, ανακάλυψα τη Δημοτική Βιβλιοθήκη, παράλληλα με την αίσθηση ότι η γνώση είναι δύναμη: "εκείνος", ανεψιός του Μανόλη Αναγνωστάκη, με είχε προσέξει ακριβώς γιατί διάβαζα, και νομίζω ότι τότε ήταν που μεταμορφώθηκα από παιδί-αναγνώστρια σε συνειδητή αναγνώστρια. Από εκεί διάβασα τα κλασικά παιδικά βιβλία και άρχισα τις βουτιές και στα πιο σοβαρά… Η κάθοδος από τις 40 Εκκλησιές στη Δημοτική Βιβλιοθήκη, η περιήγηση στις σειρές των βιβλίων, το άνοιγμα, το χάιδεμα των βιβλίων, η μυρωδιά τους, τα σχόλια των προηγούμενων αναγνωστών, και ο υπάλληλος της βιβλιοθήκης που με είχε προσέξει, όλα αυτά διατηρούν ακόμη μία μαγεία μέσα μου, είναι από τις πιο ξεχωριστές μου αναμνήσεις. 
-->

-->

Εντευκτήριο Νο 112: Αναλυτικά περιεχόμενα





ΣΤΟ ΝΕΟ ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ

Σελίδες για την Κική Δημουλά, ελληνική και ξένη ποίηση και πεζογραφία, άρθρα, κριτικές και παρουσιάσεις βιβλίων, φωτογραφικό ένθετο

Τχ. 112, 144 σελ., τιμή 10,00 ευρώ




Η Κική Δημουλά στην τελετή αναγόρευσής της σε επίτιμη διδάκτορα του Α.Π.Θ.
Δεξιά στη φωτογραφία η κόρη της Έλση.


ΣΕΛΙΔΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ
«[...] Τις φορές που ερωτήθηκα τι είναι ποίηση απάντησα: Ρωτήστε τη σοφή άγνοια...
Κι εγώ, πιστή στην άγνοια, αυτοσχεδιάζω ότι η ποίηση είναι από τα πιο επηρμένα μυστήρια, τα πιο αχανή, και μόνον ικανοποίηση στις παρομοιώσεις δίνεις αν πεις ότι η ποίηση είναι ένα μείγμα εύγευστων δηλητηρίων σε χρυσά δελεαστικά ποτήρια, ή ακόμα ότι είναι ο πειρασμός, ο δαίμονας που μπαίνει ξαφνικά στο σώμα του κανονικού, προκαλώντας έναν σεληνιασμό γόνιμο, ή ακόμα ότι είναι ένα είδος ευθανασίας των πραγμάτων που υποφέρουν μέσα μας, είτε ως ανικανοποίητα είτε ως προδομένα… [...] Ανυπόφορη η πραγματικότητα της προχωρημένης ηλικίας. Για να την απομακρύνω, δανείζομαι κάθε τόσο νεότητα και περιέργεια από το παρελθόν, μήπως και εκμαιεύσω απάντηση στο ερώτημά μου: Ποιος άραγε να έπλασε αυτή την άγνωστή μας βεβαιότητα που είναι η ποίηση, ως ασφαλέστερη από τη γνωστή που είναι η ζωή; Αφελής ερώτηση.» Απόσπασμα από την ομιλία της Κικής Δημουλά στην τελετή αναγόρευσής της σε επίτιμη διδάκτορα του Πανεπιστημίου Αθηνών, ομιλία η οποία “ανοίγει” το νέο τεύχος του περιοδικού «Εντευκτήριο», στο οποίο επίσης δημοσιεύονται ένα εντυπωσιακής πυκνότητας και διεισδυτικότητας δοκίμιο-κριτική του νέου ποιητή Ένο Αγκόλλι για την πιο πρόσφατη ποιητική συλλογή της Δημουλά, «Άνω τελεία». Σ’ αυτές τις «Σελίδες για την Κική Δημουλά» περιλαμβάνεται ακόμη η κριτική της Σουηδής Εύα Στρεμ για την ανθολογία ποιημάτων της Δημουλά στα σουηδικά, που επιμελήθηκαν και μετέφρασαν η Μαργαρίτα Μέλμπεργκ και ο Γιαν Χένρικ Σβαν.

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ - ΠΟΙΗΣΗ - ΔΟΚΙΜΙΟ          
Ο (αλβανικής καταγωγής) Ένο Αγκόλλι μεταφράζει και τρία ποιήματα της Αλβανίδας Λουλιέτα Λεσανάκου, από τις σημαντικότερες φωνές της μεταδιδακτορικής Αλβανίας, με διεθνή μάλιστα αναγνώριση, που ο Αμερικανός κριτικός Peter Constantine θεωρεί «μία από τις αυθεντικότερες και πιο πρωτότυπες ποιήτριες της γενιάς της». Ο εγκατεστημένος στη Νέα Υόρκη Χρήστος Τσιάμης παρουσιάζει τον Νικαραγουανό Φρανσίσκο ντε Ασίς Φερνάντεζ και μεταφράζει έξι ποιήματά του, ενώ ο Θανάσης Ράπτης παρουσιάζει τη Μεξικανή Αντέλα Φερνάντες και μεταφράζει δύο διηγήματά της. Ακόμη, η Δήμητρα Κολλιάκου μεταφράζει ένα σπαρακτικό ποίημα της Λιου Σια, συζύγου του Κινέζου αντιφρονούντα Λιου Σιαμπό (Νομπέλ Ειρήνης 2010), που πέθανε πρόσφατα, έχοντας εκτίσει διαδοχικές ποινές φυλάκισης επί δεκαετίες.
Στο ίδιο τεύχος, ποιήματα των Γιώργου Βέλτσου, Δημήτρη Αθηνάκη, Έλσας Κορνέτη, Γιώργου Παναγιωτίδη , Χλόης Κουτσουμπέλη, Κώστα Ριζάκη και Θεόδωρου Στεφανίδη (1896-1983), τον οποίο παρουσιάζει και μεταφράζει η Βέρα Κονιδάρη.


 Ο Θεόδωρος Στεφανίδης

Ακόμη, πεζά των Βασίλη Αμανατίδη, Γιάννη Ατζακά, Άκη Παπαντώνη, Ηλία Παπαμόσχου, Γλυκερίας Πατραμάνη, Νίκης Γιάνναρη, Φίλιππου Δ. Δρακονταειδή, Ευσταθίας Ματζαρίδου, Γιώργου Λιόλιου και Γιώργου Κορμανού.
Η Κλεοπάτρα Λυμπέρη γράφει για την Αμερικανίδα ποιήτρια Ελίζαμπεθ Μπίσοπ (1911-1979) και για την ανθολογία ποιημάτων της που επιμελήθηκε και μετέφρασε ο Γιώργος Παναγιωτίδης.


Η Ελίζαμπεθ Μπίσοπ

 Την εικονογράφηση της ενότητας της λογοτεχνίας επέλεξε ο Γαβρήλος Κοντομανίκης.


ΚΡΙΤΙΚΗ               
Τις κριτικές και βιβλιοπαρουσιάσεις του τεύχους γράφουν οι: Βαγγέλης Χατζηβασιλείoυ (Μιχάλη Μοδινού: Εκουατόρια)· Μαρία Στασινοπούλου (Μαρία Τσιμά: Το λιθόστρατο)· Τριαντάφυλλος Κωτόπουλος (Κατερίνας Παναγιωτοπούλου: Η Μακρυγιαλού και άλλες ιστορίες)· Κυριάκος Συφιλτζόγλου και Γεωργία Τριανταφυλλίδου (Βασίλη Δασκαλάκη: Παράλληλη μνήμη)· Κοσμάς Χαρπαντίδης (Διαμαντή Αξιώτη: Με χίλιους τρόμους γενναίος)· Καίτη Στεφανάκη (Μαρίας Κουγιουμτζή: Όλα μπορούν να συμβούν μ’ ένα άγγιγμα)· Δήμητρα Παυλάκου (Αριστέας Παπαλεξάνδρου: Μας προσπερνά)· Βάνα Χαραλαμπίδου (Αλέξανδρου Μασσαβέτα: Μικρά Ασία)· Νένα Κοκκινάκη (Δημήτρης Τσινικόπουλος: Το μυστήριο του κακού)·  Γιάννης Βιτσαράς (Νατάσα Χατζιδάκι: Via Dolorosa).
Ακόμη, στην τακτική στήλη «Βιβλία στο κομοδίνο», οι Βασίλης Αμανατίδης, Γιάννης Σκαραγκάς, Νίκος Αδάμ Βουδούρης και Γιώργος Κορδομενίδης σχολιάζουν πρόσφατες εκδόσεις.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΕΝΘΕΤΟ              



Η Camera Obscura, το ειδικό τετράχρωμο ένθετο 16 σελίδων για την καλλιτεχνική φωτογραφία, παρουσιάζει έργα του Γιάννη Παντελίδη (υπό τον γενικό τίτλο «Αρχέτυπα και αδιέξοδα»), για τα οποία ο Ηρακλής Παπαϊωάννου επισημαίνει: «[...] Ο Γιάννης Παντελίδης είναι από τους λίγους σύγχρονους Έλληνες φωτογράφους το έργο των οποίων είναι ποικιλότροπα προσηλωμένο στη μελέτη του τοπίου. Στη νέα του εργασία απεικονίζει τον αστικό χώρο του κέντρου της Θεσσαλονίκης από το ύψος της ταράτσας, αναδεικνύοντάς τον σαν ένα άτακτο αμάλγαμα τσιμεντένιων όγκων που ορίζονται από κάθετες ευθείες ή τεθλασμένες γραμμές. [...] Ο Παντελίδης είναι ένας προσεκτικός όσο και παράδοξος παρατηρητής του τοπίου: εκλαμβάνει τον ανοιχτό χώρο ως καίρια πρόκληση και ανεξερεύνητη δυνατότητα, που ελέγχεται όμως επίμονα από όρια, υπαρκτά και νοητά. Ο διαρκής αυτός μετεωρισμός ανάμεσα στα όρια και στην πνευματική απόπειρα υπέρβασής τους, και συγχρόνως η σχολαστική μελέτη της φόρμας, προσδίδουν στις φωτογραφίες του ζωτικότητα, παρά την εμμονή στην ανάγνωση του απόλυτα κοινότοπου.».



Στο εξώφυλλο του τεύχους φωτογραφία της Γκέλης Δούμπη.

[ με τη θερμή παράκληση να αξιοποιηθεί ως δημοσιογραφική ύλη ]
-->

15.9.17

Πάνος Τζώνος: Μουσείο και μουσειακή έκθεση

Το μουσείο είναι για τις σημερινές κοινωνίες ένας κεντρικός θεσμός τόσο παραγωγής ιδεολογίας και κοινωνικής συνοχής όσο και παιδείας και αναψυχής. Είναι προνομιακός τόπος άσκησης δημιουργικότητας στη νοηματική σύλληψη των φαινομένων πολιτισμού και στη μέσω των αισθήσεων επικοινωνία τους με το κοινό. 

Μια μουσειακή έκθεση -και ένα μουσείο γενικότερα- είναι ένα συνολικό και συλλογικό προϊόν, του οποίου οι επιμέρους συνιστώσες ενδέχεται να είναι μεν λογικώς διακριτές, είναι όμως πρακτικώς αξεδιάλυτες, δηλαδή δύσκολα μπορούν να λειτουργήσουν χωριστά ή να παρατηρηθούν και να επισημανθούν μεμονωμένα. 

Το βιβλίο αυτό απευθύνεται σε όλους όσοι εμπλέκονται στη δημιουργία μιας μουσειακής έκθεσης. Έχει τον χαρακτήρα εγχειριδίου και διαρθρώνεται σε τρία μέρη: 

Το 1ο Μέρος αφιερώνεται στη θεωρία: Τι είναι θεωρία, τι είναι μουσειολογία και τι μπορεί να συνιστά τη θεωρία ή, καλύτερα, τις θεωρίες της μουσειολογίας. 

Το 2ο Μέρος ασχολείται με την πρακτική της δημιουργίας μουσειακών εκθέσεων, με την ευρύτατη έννοια του όρου. Το κέντρο βάρους βρίσκεται στην πλευρά του χωρικού ή υλικού μουσειολογικού σχεδιασμού, δηλαδή της υλικής υπόστασης της μουσειακής έκθεσης. Βέβαια, από τη φύση του αντικειμένου, η ακριβής περιγραφή και προδιαγραφή αυτής της πλευράς δεν είναι δυνατή χωρίς και την παράλληλη συνεκτίμηση της άλλης, του νοηματικού ή άυλου μουσειολογικού σχεδιασμού, δηλαδή του άυλου αντικειμένου της έκθεσης. Έτσι, ενώ περιγράφεται η διαδικασία του εκθεσιακού σχεδια-
σμού στο σύνολό της, η ανάλυση και η εμβάθυνση επικεντρώνονται στον χωρικό ή υλικό μουσειολογικό σχεδιασμό. 

Το 3ο Μέρος θίγει το ζήτημα της αξιολόγησης των προϊόντων του συνολικού μουσειολογικού σχεδιασμού, νοηματικού και χωρικού, και αναγκαστικά της αξιολόγησης του "μουσείου", ως συνολικού φαινομένου.

Στα τρία Παραρτήματα, που ακολουθούν, παρατίθενται κάθε είδους παραδείγματα και υποδείγματα, χρήσιμα τόσο για την κατανόηση του επιχειρήματος όσο και για την άσκηση της συνολικής εκθεσιακής πρακτικής.


Τέλος, στο Γλωσσάρι συγκεντρώνεται η ορολογία που χρησιμοποιείται στο βιβλίο και συσχετίζεται με την αντίστοιχη αγγλόφωνη.


Μουσείο και μουσειακή έκθεση

Θεωρία και πρακτική

Πάνος Τζώνος

Εντευκτήριο
, 2014
278 σελ.
ISBN 978-960-7568-34-2
Τιμή € 35,00