16.1.18

Μια εξομολόγηση… στο «Εντευκτήριο»




της Κυριακής Μπεϊόγλου

πηγή: https://www.efsyn.gr

«Μάθε λοιπόν, διαβάζοντας αυτές τις σελίδες, μέσα σε κάποιες δυσκολίες παλέψανε οι προηγούμενες γενιές. Κρίνε σύμφωνα με το πείσμα των αντιπάλων μας, στο παρελθόν, αν δεν διακινδυνεύουμε να γίνουμε και πάλι κάποια μέρα αντικείμενα εξευτελισμών, κακοποιήσεων ή διωγμών. Πες μου, προπάντων, ότι ο έρωτάς μας δεν έχει χάσει την έντασή του… Εχουμε ξεπεράσει τόσα εμπόδια, ώστε δεν πρόκειται να αφήσουμε να μας φθείρει ο χρόνος» («Το ροζ αστέρι», Εξάντας, 1989).
Διαβάζω -στο τριαντάχρονο φέτος- λογοτεχνικό περιοδικό «Εντευκτήριο» αυτό το μικρό απόσπασμα από το βιβλίο «Το ροζ αστέρι» του Ντομινίκ Φερνάντεζ, ανάμεσα σε μια εξομολόγηση-ποταμό που έκανε στον Φίλιππο Δ. Δρακονταειδή όταν τον συνάντησε στο τελευταίο του ταξίδι στην Ελλάδα.
Και στάθηκα εκεί -παρ'όλο που η όπως πάντα πλούσια και ποιοτική ύλη του «Εντευκτηρίου» θα μπορούσε να ανατροφοδοτήσει πολλά κείμενα- γιατί ο αληθινός λόγος του πεζογράφου, δοκιμιογράφου και αρθρογράφου Ντομινίκ Φερνάντεζ είναι καθηλωτικός.
Μιλώντας για την καταπιεσμένη ομοφυλοφιλία αναφέρει το πώς ο Μάης του ’68 -συμπληρώνονται φέτος πενήντα χρόνια από τότε- βοήθησε στη ρήξη με τα ήθη του παρελθόντος, δείχνοντας τον δρόμο για την ελευθερία και την ανεξαρτησία του ατόμου. Λέει ο Φερνάντεζ: «Θυμηθείτε τον Μάη του ’68, θυμηθείτε τι λεγόταν, τι βιβλία κυκλοφόρησαν…
Ως τότε, ήμουν σε ένα είδος καταστολής, άρχισα να ζω με καθυστέρηση. Και έσπευσα να υποστηρίξω τέτοιες επιλογές, μια στράτευση θα λέγαμε. Υποστήριξα τον “γάμο για όλους”, βγήκα στον δρόμο, σε διαδηλώσεις, έγραψα άρθρα στις εφημερίδες. Και όλα αυτά στο όνομα της δικαιοσύνης μεταξύ των ανθρώπων.
Οταν το 1974 τιμήθηκα με το βραβείο Μεντίσις, ανέλαβα να μιλώ για εκείνους που δεν μιλούσαν, που δεν είχαν τέτοια προοπτική, καταδικασμένοι στην ντροπή, σε μια ζωή ταπείνωσης και εξευτελισμού. Τότε έγραψα “Το ροζ αστέρι”, φωνή για τους στερημένους φωνής»… Στο «Εντευκτήριο» θα διαβάσετε τη συνέχεια…
Ο Μάης του ’68 έβαλε θεμέλια στο «όνειρο» πολλών καταπιεσμένων ανθρώπων που ανέπνευσαν πιο ελεύθερα στους δρόμους. Πενήντα χρόνια μετά, η Ευρώπη φαίνεται να συστρέφεται στον εαυτό της. Δίνονται ακόμα μάχες για την ισότητα, για τα δικαιώματα των ομοφυλόφιλων, για την αντιμετώπιση φασιστικών και ρατσιστικών κινημάτων.
Τα τείχη υψώνονται στα σύνορα, οι πρόσφυγες περιμένουν πίσω από ηλεκτροφόρα συρματοπλέγματα. Απέτυχε το κίνημα των νέων του ’68; Μήπως περιμέναμε πολλά; Θυμάμαι πάλι αυτό το μικρό ποιηματάκι του Μάνου Χατζιδάκι και όλα βρίσκουν το νόημά τους:
Οι Γάλλοι νέοι που επαναστατούν, Στους δρόμους, Στα δημόσια πάρκα, Και στις ιστορικές πλατείες, Δεν κάμουν ιστορία. Τραγουδούν, Καθώς παλιά οι Προχριστιανοί, Τη γέννηση ενός κόσμου που θα ’ρθει, Για να ξεπλύνει τούτη τη γη, από χιλιάδων χρόνων, Σκόνη, Μίσος και Μωρία. Οι Γάλλοι νέοι δεν επαναστατούν, εγκαινιάζουνε απλώς μια εντελώς καινούργια ιστορία…
Πενήντα χρόνια μετά, το 2018 τα αιτήματά τους επανέρχονται, κερδίσαμε πολλά, διανύσαμε μια μεγάλη απόσταση, αλλά φαίνεται πως είναι μακρύς ο δρόμος…

7.1.18

Ο Αχιλλέας στα χαρακώματα


Φωτογραφία: Χριστόδουλος Παναγιώτου

της Βίβιαν Ευθυμιοπούλου
πηγή: Facebook

Τη λεπτομέρεια από τον γλυπτό διάκοσμο της ρωμαϊκής σαρκοφάγου από τη νεκρόπολη της Τύρου με τον θρύλο του Αχιλλέα την έχω αλιεύσει από το Instagram πάνω από έναν χρόνο τώρα, όταν, στα εγκαίνια του νέου αρχαιολογικού μουσείου του Λιβάνου στη Βηρυτό, γέμισε το διαδίκτυο με φωτογραφίες από πολλές ελληνορωμαϊκές ομορφιές, σαν κι αυτή.
Με καθήλωσε η τρυφερότητα του στιγμιότυπου αλλά και η σπανιότητά του. Στα ταφικά μνημεία η αποχαιρετιστήρια χειρονομία μεταξύ νεκρού και ζωντανών είναι η λεγόμενη "δεξίωσις", δηλαδή η χειραψία. Ένα αντρικό πόδι που αγγίζει με τα δάχτυλα το πόδι ενός άλλου άντρα είναι σπάνια σκηνή.
Λίγο πριν από τον θάνατο ή μήπως λίγο μετά;
Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να προσλάβεις τη σκηνή.
Εάν είσαι ερωτευμένος, βλέπεις την κίνηση του ενός ποδιού ως πράξη ερωτικής οικειότητας μ' ένα σεξουαλικό συμφραζόμενο. Εάν είσαι θλιμμένος, βλέπεις έναν αποχαιρετισμό, ενώ
εάν έχεις κέφια, αναγνωρίζεις τα πειράγματα των αγοριών κάτω από το τραπέζι, έτσι όπως τσιμπιούνται και κλωτσιούνται στα κρυφά για να μην τα δουν οι μεγάλοι.
Φίλοι οι εραστές;
Όποιος αναζητήσει το όνομα Αχιλλέας σε μια βάση δεδομένων όπως το πρόγραμμα «Περσέας» διαπιστώνει πως ο Όμηρος αναφέρει τον Αχιλλέα περί τις 400 φορές. Η λέξη Αχιλλέας είναι όνομα ουσιαστικό. Το εντυπωσιακό είναι ότι τα επίθετα που συνοδεύουν κάθε αναφορά στο όνομά του είναι πολλαπλάσια και ποτέ τα ίδια. Ο Αχιλλέας περιγράφεται από τον Όμηρο με τόσα πολλά και διαφορετικά επίθετα, ώστε εύκολα καταλαβαίνουμε πως για τον ποιητή δεν ήταν ένα πρόσωπο, ένας ρόλος αλλά μία ιδιότητα.
Ο Αχιλλέας είναι ένα σύμβολο της παθιασμένης νιότης που προτιμά τον ένδοξο θάνατο 1.000 φορές από τη βαρετή ζωή, γι' αυτό και ορμάει με κάθε ευκαιρία στη μάχη. Το λέει και ο ίδιος τουλάχιστον τρεις φορές στην Ιλιάδα και μία στην Οδυσσεια (στη Νέκυια).
Η Ιλιάδα είναι μία ιστορία που διαδραματίζεται τον 10ο χρόνο της πολιορκίας της Τροίας και αφορά τον καυγά του Αγαμέμνονα με τον Αχιλλέα για μια φανταιζί γκόμενα. Στο έργο, τόσο ο Αχιλλέας όσο και ο Πάτροκλος συνευρίσκονται αποκλειστικά με γυναίκες, τόσο λαμπερές και αντάξιές τους, που ο Όμηρος δεν παραλείπει ποτέ να τις κατονομάζει. Οι ομόκλινες των δύο αυτών ηρώων είναι πάντα λαμπερές και επώνυμες.
Η φιλία του Αχιλλέα με τον Πάτροκλο είναι μοναδική για τα ανθρώπινα. Ένα κράμα θαυμασμού, αγάπης και αιώνιας αφοσίωσης. Πόσο τσουρούτικο να θες να την περιορίσεις στο επίπεδο της σεξουαλικής ταυτότητας αλλά και πόσο στενή η αντίληψη του Αχιλλέα ως του Έλληνα στρέιτ παλικαρά;
Ο λόγος που η Ιλιάδα και η Οδύσσεια αφορούν τόσο κόσμο σε ολόκληρο τον πλανήτη χιλιάδες χρόνια μετά τη συγκρότηση των επών αυτών σε σώμα από τους ευφυείς συγγραφείς τους είναι γιατί στο έργο οι επιθετικοί προσδιορισμοί υπερισχύουν συντριπτικά των ουσιαστικών. Στην πραγματικότητα, το ουσιαστικό όνομα στα ομηρικά έπη είναι μόνον ένα: άνθρωπος κατι που αφήνει χώρο σε ολους μας να ταυτιζόμαστε με τους ήρωες.
Με στεναχώρησε πολύ η συζήτηση. Ακούστηκαν και από τις δύο πλευρές θηριώδεις βλακείες βγαλμένες από φανατισμό και πηχτή άγνοια. Κρίμα.


ΥΓ.
Ο Μαρωνίτης έχει γράψει εκτενώς για τη σχέση Πατρόκλου -Αχιλλέα. Αυτος παρατηρεί οτι στο έπος διαλέγονται μόλις δύο φορες. Για όσο διάστημα κρατάει η μήνις του Αχιλλέα, ο Πάτροκλος μενει σιωπηλός. Σπάει τη σιωπή του όταν τον επισκέπτεται στη σκηνή στο Ρ, για να του μεταφέρει την ιδέα του Νέστορος: να του δανείσει τα όπλα του για να τρομάξει απλώς τους Τρωες.
Ο δεύτερος διάλογος ειναι βέβαια ο συγκλονιστικός, αυτός για τον οποίο ο Σίλερ έχει πει ότι αν στη ζωη σου διαβάσεις μόνον αυτό, ας είσαι και ικανοποιημένος που το αξιώθηκες. 
Στον δεύτερο διάλογο, στο Ψ, ο Πάτροκλος επισκέπτεται τον Αχιλλέα ως φάντασμα, αφού εχει πεθάνει, και του ζητάει να τον θάψει, να μην τον κρατήσει άλλο ως πτώμα, για να πάρει η ψυχή του τον δρόμο για τον Άδη. Θρηνούν για το γεγονός οτι δεν μπορεί ο ένας να πιάσει το χέρι του άλλου και ο Πάτροκλος βάζει τον Αχιλλέα να ορκιστεί ότι θα φροντίσει ώστε, όταν πεθάνει κι εκείνος, οι στάχτες τους να ανακατευτούν για να φυλαχτούν στο ίδιο αγγείο.
Και εκεί ο Μαρωνίτης μας ζητάει να μην μπερδευτούμε: η περιπάθεια του διαλόγου των ηρώων πηγάζει μόνον από το πένθος. Το πένθος για τη θνητότητα, ο χωρισμός που επιφέρει ο θανατος, ειναι που μετατρέπει παντα την εμπάθεια/συμπάθεια σε περιπαθεια.

30.12.17

Και νέον έτος αριθμεί η του Χριστού περιτομή...

Αυτά είναι τα κάλαντα που έλεγα παιδί κάθε παραμονή Πρωτοχρονιάς:

Και νέον έτος αριθμεί

η του Χριστού περιτομή

και η μνήμη του Αγίου

Ιεράρχου Βασιλείου.



Του χρόνου μας αρχή καλή
και ο Χριστός μας προσκαλεί
την κακίαν ν' αρνηθώμεν
μ' αρετάς να στολισθώμεν.

Να ζώμεν βίον τέλειον
κατά το Ευαγγέλιον
με αγάπη με ειρήνη
και με τη δικαιοσύνη.




Χρόνια πολλά και ευτυχή

με καθαρά κι αγνή ψυχή

με χαρά και με υγεία

και με θεία ευλογία.


Μου τα είχε διδάξει η μητέρα μου και έκανα με αυτά μεγάλες επιτυχίες αλλά και... εισπράξεις (δεκάρες, εικοσάρες, μισαδάκια, καμιά φορά και ολόκληρες δραχμές ή και δίφραγκα), γιατί ήμουν το μόνο παιδί στη γειτονιά που έλεγε αυτά τα κάλαντα ― νομίζω πως η λέξη περιτομή ήταν αυτή που έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση: περιτομή μέσα σε κάλαντα!

Χάρη στην... περιτομή του Χριστού λοιπόν, το υφασμάτινο πορτοφόλι (κάτι σαν πουγκί) που μου είχε ράψει η μοδίστρα μητέρα μου) γέμιζε γρήγορα μέχρι νωρίς το μεσημέρι, οπότε και γύριζα πανευτυχής στο σπίτι και ικανοποιημένος που χάρη στις εισπράξεις μου από τα κάλαντα θα εξασφάλιζα την οικονομική μου αυτάρκεια για ένα μικρό διάστημα  ― η λέξη χαρτζιλίκι ήταν άγνωστη στα παιδικά μου χρόνια, μόνο η Χατζήνα, η κουνιάδα της γιαγιάς Αντιγόνης, μου έβαζε στο χέρι ένα κέρμα κάθε φορά που πηγαίναμε με τους γονείς μου να τη δούμε, επιβραβεύοντάς με έτσι για το γεγονός ότι κάθε Κυριακή πήγαινα στο ιερό του Αγίου Ελευθερίου και ντυνόμουν παπαδάκι, για να σηκώσω στη θεία λειτουργία ένα εξαπτέρυγο ή ―αν είχα καταφέρει να ξυπνήσω αρκετά νωρίς― και τον σταυρό!

Μια χρονιά δοκίμασα να πω τα συνηθισμένα κάλαντα που έλεγαν τα άλλα παιδιά: Άγιος Βασίλης έρχεται από την Καισαρεία... Τζίφος. Όλοι και όλες στη γειτονιά ήθελαν «τα άλλα, τα διαφορετικά κάλαντα που ξέρεις, Γιωργάκη...»

Λένε (λέγανε) στην οικογένεια ότι μικρός ήμουν αυτό που λένε «καλό παιδί και ήσυχο». Εξ ου και η μεγάλη τους έκπληξη όταν ένα μεσημέρι, παίζοντας "μπίκο" (με ένα άδειο κουτί κονσέρβας) αστόχησα και το έστειλα στο κεφάλι της Ελενίτσας Μυσιρλοπούλου, που χρειάστηκε να την πάνε στο νοσοκομείο για μερικά ράμματα!

«Μικρός ήσουνα καλός, όχι το τέρας που είσαι τώρα» μου έλεγε πότε πότε η μάνα μου. (Άσχετο αλλά ενδιαφέρον, ίσως, ως οικογενειακό ανέκδοτο: Το 1978 ή 1979, ως νεαρός δημοσιογράφος, είχα πάρει μια συνέντευξη από τον Ντίνο Ηλιόπουλο, που βρισκόταν για κάποιες παραστάσεις στη Θεσσαλονίκη. Την άλλη μέρα, ο Ηλιόπουλος, που ήθελε κάτι να προστεθεί στη συνέντευξη (ή να αφαιρεθεί, δεν θυμάμαι πια), τηλεφώνησε αργά το μεσημέρι στο σπίτι, ενώ κοιμόμουν. Η μητέρα μου είπε στον Ηλιόπουλο ―που της είχε συστηθεί κανονικά― ότι δεν μπορεί να με ξυπνήσει, γιατί θα βρει τον μπελά της! Στην παρατήρηση του Ηλιόπουλου «μα τι μπελά να βρείτε, ο Γιώργος είναι τόσο καλό παιδί», η μητέρα μου απάντησε: Καλό παιδί; Εγώ να σας πω για την... καλοσύνη του!»

Άντε, καλή Πρωτοχρονιά και καλύτερη χρονιά!

28.12.17

Ήδη έξι χρόνια χωρίς τον Αργύρη Χιόνη



Πέρασαν κιόλας έξι χρόνια! Ο χρόνος κυλάει αμείλικτος.

Το 2011, σαν σήμερα, έγραφα αυτό:


Αργύρης Χιόνης (1943-2011)

Φεύγοντας το ξορκισμένο 2011 παίρνει μαζί του, μεταξύ άλλων, τον λαμπρό ποιητή και μεταφραστή Αργύρη Χιόνη, που πέθανε αιφνίδια χτες.

Γεννήθηκε το 1943 στην Αθήνα. Έζησε είκοσι χρόνια σε πόλεις της βόρειας Ευρώπης (Άμστερνταμ, Βρυξέλλες), δουλεύοντας την περίοδο 1982-1992 ως μεταφραστής στο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μέχρι που τα εγκατέλειψε όλα για χάρη της ποίησης και της γεωργίας και εγκαταστάθηκε στο Θροφαρί Κορινθίας.

Πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα το 1966, με την ποιητική συλλογή Απόπειρες φωτός (εκδ. Δωδεκάτη Ώρα). Ακολούθησαν τα ποιητικά βιβλία: Σχήματα απουσίας (Αρίων, 1973, αγγλική και ολλανδική μετάφραση από τις εκδ. Tor/Amsterdam, 1971), Μεταμορφώσεις (Μπουκουμάνης, 1974, ολλανδική μετάφραση από τις εκδ. De Beuk/Amsterdam, 1976, μαζί με ποιήματα από τη συλλογή Τύποι ήλων), Τύποι ήλων (Εγνατία-Τραμ, 1978), Λεκτικά τοπία (Καστανιώτης, 1983), Σαν τον τυφλό μπροστά στον καθρέφτη (Υάκινθος, 1986), Εσωτικά τοπία (Νεφέλη, 1991, 1η ανατύπωση 1999), Ο ακίνητος δρομέας (Νεφέλη, 1996, 1η ανατύπωση 2000), Ιδεογράμματα (Τα τραμάκια, 1997), Τότε που η σιωπή τραγούδησε (Νεφέλη, 2000), Στο υπόγειο (Νεφέλη, 2004), Ό,τι περιγράφω με περιγράφει (Γαβριηλίδης, 2010). 

Το 2006 κυκλοφόρησε η συγκεντρωτική έκδοση των δέκα πρώτων ποιητικών του συλλογών, με τίτλο Η φωνή της σιωπής: ποιήματα 1966-2000 (Νεφέλη). Μετά το 1981 ασχολήθηκε παράλληλα, με την πεζογραφία, με αφηγήματα για μεγάλους, παιδιά και νέους, όπως Ιστορίες μιας παλιάς εποχής που δεν ήρθε ακόμα (Αιγόκερως, 1981), Ο αφανής θρίαμβος της ομορφιάς (Πατάκης, 1995), Τρία μαγικά παραμύθια (Πατάκης, 1998), Όντα και μη όντα (Γαβριηλίδης, 2006), Το οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες (Κίχλη, 2008, Κρατικό Βραβείο Διηγήματος 2009, εξ ημισείας με τον Τόλη Νικηφόρου), 

Ασχολήθηκε με τη λογοτεχνική μετάφραση, μεταφράζοντας έργα των Οκτάβιο Πας (Ποιήματα, 1981), Ράσελ Έντσον (Όταν το ταβάνι κλαίει, 1986), Τζέιν Όστεν (Περηφάνια και προκατάληψη, 1997), Ρομπέρτο Γιάρος (Κατακόρυφη ποίηση, 1997) και Ανρί Μισώ (Με το αγκίστρι στην καρδιά: Μια επιλογή από το έργο του, 2003).




Υ.Γ. (2017)

Στο τεύχος αριθ. 97 [2012] του Εντευκτηρίου δημοσιεύτηκαν οι «Σελίδες για τον Αργύρη Χιόνη», με ανέκδοτα κείμενά του και συνεργασίες της Ζυράννας Ζατέλη, του Δημήτρη Νόλλα, των Γιαν Χένρικ Σβαν & Μαργαρίτας Μέλμπεργκ, του Αλέξη Ζήρα, της Ντάντης Σιδέρη-Σπεκ, του Σταύρου Ζαφειρίου, της Μαρίας Στασινοπούλου, του Σωτήρη Γάκου.

Το τεύχος αποστέλλεται με αντικαταβολή 12,00 ευρώ (περιλαμβάνονται και έξοδα αποστολής). Πληροφορίες & παραγγελίες: entefkti@otenet.gr, τηλ. 2310279607]

Στο βίντεο ο Αργύρης Χιόνης (1943-2011) απαγγέλει τα ποιήματα που απαρτίζουν την ενότητα «Οι Εκδοχές του Τέλους» από το (τελευταίο) βιβλίο του με τίτλο Ό,τι περιγράφω με περιγράφει (Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2010).

25.12.17

Μίλτος Σαχτούρης: Τα λυπημένα Χριστούγεννα των ποιητών



Μέσα στη διατεταγμένη ευωχία των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς, ημερών που εντέλλονται να είναι ―καταναγκαστικώς― χαρούμενες, ένα "γκρίζο", σπαρακτικό ποίημα του Μίλτου Σαχτούρη: «Τα λυπημένα Χριστούγεννα των ποιητών».

Το ποίημα περιλαμβάνεται (μαζί με άλλα 16) στο cd «Ο Μίλτος Σαχτούρης διαβάζει ποιήματά του», που συνοδεύει το τεύχος 84 [2009] του Εντευκτηρίου, στο οποίο δημοσιεύεται πολυσέλιδο αφιέρωμα στον ποιητή, με τέσσερα ανέκδοτα ποιήματα του Μ.Σ. και κείμενα 
― του Αργύρη Παλούκα 
― της Βερονίκης Δαλακούρα
― του Θέμη Λιβεριάδη
― του Γιώργου Στενού
― του Τζων Τέυλορ
― του Γιώργου Πρεβεδουράκη
― του Ανδρέα Παγουλάτου
―του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου
― του Βασίλη Αμανατίδη
― του Θανάση Τριαρίδη
―του Γιώργου Ζεβελάκη
― του Λευτέρη Ξανθόπουλου
― του Θανάση Γ. Μίχου
―του Γιάννη Παλαμιώτη
― του Πάνου Θεοδωρίδη
― του Νίκου Γ. Ξυδάκη
― του Δημήτρη Στενού, 
με τις πρώτες κριτικές για την ποίηση του Μ.Σ., 
καθώς και δύο συνεντεύξεις του στους Γιάννη Φλέσσα και Γιώργο Πηλιχό.

Το τεύχος αποστέλλεται (μέσα στην Ελλάδα) με αντικαταβολή 14,00 ευρώ, περιλαμβανομένων και εξόδων αποστολής. 
Πληροφορίες & παραγγελίες: entefkti@otenet.gr


17.12.17

Μαργκερίτ Γιουρσενάρ: 8.6.1903 - 17.12.1987




γράφει ο Γιώργος Κορδομενίδης

Η αιωνιότητα αντί του θανάτου

Όταν στις 17 Δεκεμβρίου του 1987 η Mαργκερίτ Γιουρσενάρ άφησε τον κόσμο μας, ορισμένοι Γάλλοι πανεπιστημιακοί και στελέχη εκδοτικών οίκων προέβλεψαν ότι σύντομα η πρώτη γυναίκα-μέλος της Γαλλικής Aκαδημίας θα συγκαταλεγόταν μεταξύ των “ξεχασμένων” συγγραφέων.
Τριάντα χρόνια αργότερα, η κυκλοφοριακή επιτυχία του πρώτου βιβλίου που εκδόθηκε μετά το θάνατό της, «Tι; H αιωνιότητα;», τα συνέδρια στις γαλλόφωνες χώρες και τα συχνά δημοσιεύματα για την προσωπικότητα και το έργο της Γιουρσενάρ κάθε άλλο παρά επιβεβαιώνουν αυτή τη μικρόψυχη πρόβλεψη.
Η Μαργκερίτ ντε Κρεγιανκούρ (όπως ήταν το πραγματικό και πλήρες όνομά της) γεννήθηκε στις 8.6.1903, από τον Γάλλο αξιωματικό Μισέλ Κληνεβέρκ ντε Κρεγιανκούρ και τη Βελγίδα Φερνάντ ντε Καρτιέ, η οποία όμως πέθανε μόλις δέκα μέρες μετά τη γέννα. H Γιουρσενάρ είχε τη σπάνια τύχη να μεγαλώσει σε περιβάλλον αριστοκρατικό, δηλαδή να ανα­τραφεί σε ατμόσφαιρα εύπορη και πνευματική. Aυτό την προστάτεψε από τις ταπεινωτι­κές συμβάσεις της λογοτεχνικής αγοράς, της επέτρεψε να απολαύσει την πολυτέλεια της απλής, φυσικής ζωής και να βασιστεί στη σύμπτωση και στο απρόβλεπτο. Kυρίως όμως της πρόσφερε πλατιά και πλήρη παιδεία, στην οποία ξεχωριστή θέση κατείχαν ο βουδισμός, οι Eλληνες και Λατίνοι κλασικοί. Aυτός ο συνδυασμός “γεμάτης” ζωής και δυνατού πνεύματος δημιούργησε μια ποιητική φωνή που ο φιλοσοφικός της τόνος δεν τη βαραίνει καθόλου.

H Γιουρσενάρ μεταφράστηκε για πρώτη φορά στα ελληνικά το 1976, με τα Aδριανού απομνημονεύματα, που παραμένει το πιο γνωστό της έργο και πωλήθηκε σε εκατομμύρια αντίτυπα σε όλο τον κόσμο. H ίδια αγαπούσε πολύ την Eλλάδα και τον πολιτισμό της, μάλιστα επισκεπτόταν τη χώρα μας ήδη από τη δεκαετία του '30. Λίγα χρόνια νωρίτερα (1929), είχε δημοσιεύσει το δεύτερό της βιβλίο (το πρώτο της όμως με το ψευδώνυμο Γιουρσενάρ), το αφήγημα Aλέξης. Tο 1934, ταξιδεύοντας στην Eλλάδα, γράφει μικρά δοκίμια που θα συγκεντρωθούν στον τόμο Tαξίδι στην Eλλάδα. Tο 1935 πηγαίνει στην Kωνσταντινούπολη μαζί με τον Aνδρέα Eμπειρίκο, στον οποίο αφιερώνει τα Διηγήματα της Aνατολής (1938), ενώ τον επό­μενο χρόνο καταπιάνεται με τη μετάφραση ποιημάτων του Kαβάφη (σε συνεργασία με τον K. Θ. Δημαρά). Tο 1942 θα φύγει για την Aμερική, όπου θα εγκατασταθεί μονίμως στο Nησί των Eρημων Bουνών, στην πολιτεία του Mέιν, απέναντι από τα καναδικά σύνορα. Θα ζήσει εκεί σε ένα παλιό ξύλινο σπίτι (το περίφημο Πετίτ Πλεζάνς), ανάμεσα σε πεύκα και σφένδαμους, για μεγάλο διάστημα με την επί 40 χρόνια φίλη και σύντροφό της Γκρέις Φρηκ, κατόπιν για 7 χρόνια με τον τελευταίο από τους συντρόφους της Τζέρυ Ουίλσον και τέλος μόνη. Παράλληλα, ταξίδεψε πολύ σε διάφορες χώρες. Oταν ο κόσμος άρχισε να γίνεται ολοένα και πιο ομοιόμορφος, όπως έλεγε, άρχισε να προτιμά τη σουηδική και τη νορ­βηγικη Λαπωνία, την Kεντρική Aφρική, δύσβατες περιοχές της Mέσης Aνατολής, χωριά της Aλάσκας που δεν είχαν καν χαρτογραφηθεί.
Tο βιβλίο της Aδριανού απομνημονεύματα δημοσιεύεται μόλις το 1951, γνωρίζει τεράστια επιτυχία και της χαρίζει παγκόσμια φήμη.  Η ίδια συνεχίζει τα ταξίδια της, βραβεύεται και γράφει τις οικογενειακές της αναμνήσεις υπό τον τίτλο O λαβύρινθος του κόσμου (τρεις τόμοι). Tο 1979 δημοσιεύονται οι μετα­φράσεις της αρχαίων Eλλήνων ποιητών, υπό τον τίτλο Στεφάνι από λύρα.


Με τη σύντροφό της, Γκρέις Φρηκ

Στο τελευταίο της βιβλίο, H φωνή των πραγμάτων, η Γιουρσενάρ αφουγκραζόταν τον θόρυβο που κάνει ο θάνατος όταν έρχεται. Mάλλον στοχαζόταν τη φράση του Kοκτώ, «O χρόνος των ανθρώπων είναι η αναδιπλούμενη αιωνιότητα». H αιωνιότητα ήταν η δική της απάντηση  στην ερώτηση μιας ζωής και ταυτόχρονα είναι ο τίτλος που επέλεξε να δώσει στο τρίτο μέρος (Tι; H αιωνιότητα;) της οικογενειακής της βιογραφικής τριλογίας O λαβύρινθος του κόσμου», που το 1997 κυκλοφόρησε και στα ελληνικά, σε μετάφραση Iωάννας Xατζηνικολή.



Πορεία αντίστροφη στο χρόνο
Στον πρώτο τόμο, Eυλαβικές αναμνήσεις, που της έφερε πρωτοφανή δημοσιότητα και προκάλεσε ευρύτερο αναγνωστικό ενδιαφέρον για το έργο της σε όλο τον γαλλόφωνο κόσμο, η Γιουρσενάρ ξεκινάει την αφήγηση από τη γέννησή της και, προχωρώντας αντίστροφα στο χρόνο, σκιαγραφεί τη μητέρα της και τους Φλαμανδούς προγόνους της.
Tο δεύτερο μέρος, Tα αρχεία του Bορρά, εξίσου αυτοβιογραφικά, ασχολούνται με την εμφάνιση και την πορεία της οικογένειας των Kραγιανκούρ, όπως ήταν το πραγματικό όνομα του πατέρα της. Eδώ η Γιουρσενάρ, ξεκινώντας από μία γεωλογική και γεωγραφική ανασκόπηση, τοποθετεί τις εκτάσεις της γης, τους αμμόλοφους και τα δάση που ήταν ακόμη απάτητα από ανθρώπους και που μια μέρα θα γίνονταν η γαλλική Φλάνδρα, το λίκνο των προγόνων της από την πλευρά του πατέρα της. Kατόπιν, στηριγμένη στην πολυπλοκότητα των ιστορικών αρχείων (ταξιδιωτικές σημειώσεις και επίσημα έγγραφα), τοποθετεί τους χώρους όπου πρωτοεμφανίζεται η πατρική οικογένεια στις αρχές του 16ου αιώνα.

Tο τρίτο μέρος της τριλογίας, Τι; H αιωνιότητα;, φέρνει στο προσκήνιο τις ημερομηνίες του γένους της συγγραφέα. «Δεν μπορεί να διαβάσει κανείς αυτό το ημιτελές κείμενο χωρίς να σκεφτεί ότι η Γιουρσενάρ έπλεκε με αυτόν τον τρόπο τα νήματα του θανάτου της», έγραψε λίγο μετά την κυκλοφορία του βιβλίου μια γαλλική εφημερίδα. Eίναι ένα ύστατο κάλεσμα αυτών που έχουν χαθεί και μια επανεξέταση της παιδικής της ηλικίας, που ρίχνουν ένα είδος γέφυρας ανάμεσα στη λήθη και στις αναμνήσεις της χαμένης αθωότητας.
Kεντρικό πρόσωπο στο βιβλίο είναι ο άνθρωπος που αγάπησε πολύ στη ζωή της: ο πατέρας της, Mισέλ Pενέ ντε Kραγιανκούρ. Ένας γοητευτικός άντρας που κρατά το χέρι ενός ορφανού κοριτσιού μόλις δύο μηνών. H μικρή Mαργαρίτα αρχίζει να γίνεται σιγά σιγά αντιληπτή μέσα στην αφήγηση, αλλά το επίκεντρο παραμένει ο πατέρας. O πατέρας της μαζί με τη μητέρα του (την “αριστοκράτισσα” Mαντάμ Nοεμί), τους έρωτές του, τις σιωπηλές γενναιοδωρίες του, τις φιλίες και τις λεπτότητές του, την ακούραση και νοήμονα φροντίδα του ― όλα περνούν μέσα από το φίλτρο μιας βαθιάς αγάπης.



Γέφυρα μεταξύ λήθης και αναμνήσεων
H αφήγηση αρχίζει το 1903, χρονιά που γεννήθηκε η Γιουρσενάρ, και κλείνει με το τέλος του πολέμου, το 1914. Σε όλο το άλλο έργο της Γιουρσενάρ, πέρα από μερικές λογοτεχνικές μεταφορές, ο αναγνώστης ελάχιστα πράγματα μπορούσε να ανακαλύψει για την προσωπική της ζωή. Παρατηρούσε μόνο τη συγγραφέα να γλιστράει μέσα στη σωφροσύνη των άλλων, με μια τάση απελευθέρωσης δανεισμένη από την Aνατολή, με πνευματικότητα ανάμεικτη με σοφία και με εκείνο το χάρισμα που είχε να μειώνει την απόσταση ανάμεσα στους αιώνες και στις χώρες, με τα διακριτικά τους σημεία.
Kαι εδώ η αφηγήτρια μιλάει λίγο για τον εαυτό της. Kάνει την αυτοπροσωπογραφία της, δίνοντας το πορτρέτο αυτού του άντρα που δεν έχει κανένα χαρακτηριστικό κάστας και που η ευγένειά του είναι χωρίς φράσεις και κενά.
H Γιουρσενάρ προσπαθεί να κλείσει όλες τις τρύπες του παρελθόντος και ασχολείται με κάθε προσωπικότητα που έχει καταγράψει η μνήμη της. Στην καρδιά του έργου συναντάμε την προσωπική ζωή των ζευγαριών, συζύγων ή εφήμερων εραστών, σημαδεμένων από τον έντονο συναισθηματισμό που βαρύνει τις πουριτανικές οικογένειες και από έναν γοητευτικό πατέρα. Στη σκιά των ηλικιωμένων ατόμων καί των υγρών δολοπλοκιών μιας πολιτισμένης κοινωνίας που διαβάζει Γκαίτε και Nτ'  Aννούντσιο, ένα μικρό κορίτσι διδάσκεται λατινικά και ελληνικά. Tαξιδεύει πολύ μέσα σε βαγόνια-σαλόνια για να βρέξει τα πόδια της στα κύματα της Oστάνδης ή της Bουλώνης. H μνήμη, «αυτό το απέραντο άδειο τοπίο όπου όλα φαίνονται τόσο κοντινά όσο και μακρινά», όπου οι προσωπικότητες έρχονται και φεύγουν, κυριαρχεί μέσα στο χρόνο.
Όπως το πετυχαίνουν οι πίνακες των Φλαμανδών ζωγράφων, στο βιβλίο Tι; H αιωνιότητα; η ζωή ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια μας, συγκεκριμένη, απλή και μερικές φορές ανεκτίμητη. Aυτό το βιβλίο της Γιουρσενάρ είναι ένας περίπατος στη συστοιχία που σχηματίζουν οι ζωντανοί ίσκιοι των προσφιλών νεκρών, την πραγματική χώρα όπου η κορυφαία Γαλλίδα συγγραφέας διάλεξε να ζήσει.

Ο Ντυμαί-Λβοβσκί, συντάκτης του φωτογραφικού πρακτορείου Keystone, γνώρισε τη Γιουρσενάρ μόλις έναν χρόνο πριν από τον θάνατό της, όταν της ζήτησε να τη συναντήσει για να ανανεωθεί το φωτογραφικό υλικό που διέθετε το πρακτορείο. Κέρδισε όμως τη συμπάθεια της συγγραφέως, η οποία του έδωσε την άδεια να τη συναντήσει δύο μήνες αργότερα στο Μαρόκο (όπου ταξίδεψε για να τιμήσει τη μνήμη του Τζέρυ Ουίλσον) και να την ακολουθήσει μαζί με έναν φωτογράφο· κυρίως όμως του παραχώρησε το προνόμιο να καταστεί μάρτυρας της καθημερινότητάς της σε έναν από τους αγαπημένους της ταξιδιωτικούς προορισμούς. Ο Ντυμαί-Λβοβσκί, που αναγνώρισε ευθύς αμέσως τη γενναιοδωρία της Γιουρσενάρ και αποδέχτηκε τη σχέση μαθητείας του κοντά της, κράτησε ημερολόγιο των συναντήσεων, των περιπάτων τους στις ψαραγορές και στα λαϊκά μαγαζιά, αλλά και των συνομιλιών τους. Οι συζητήσεις τους αφορούσαν σχεδόν οτιδήποτε άλλο εκτός από τα βιβλία της: φυσικά τους τόπους που επισκέπτονταν, τα ήθη και τις συμπεριφορές των ανθρώπων, τη θέση των γυναικών στην κοινωνία της Μαυριτανίας, τους τυχόν κοινούς φίλους, αλλά και θέματα όπως οι ποικιλίες των πετρωμάτων ή οι αποδημητικοί πελαργοί που φτάνουν στο Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας, η δυσπιστία της για τη Μητέρα Τερέζα, ή η περιέργειά της να γνωρίσει τον Δαλάι Λάμα. Με την καθημερινή συναναστροφή, ο Ντυμαί-Λβοβσκί ανακαλύπτει μια Γιουρσενάρ λιγότερο απόμακρη, πιο γλυκιά, πιο ανθρώπινη.
Θα ξανασυναντηθούν λίγο καιρό μετά στο Παρίσι, και τότε θα μοιραστούν τη μοναδική εμπειρία μιας μαγικής όσο και συγκινητικής ξενάγησης στις απρόσιτες για το κοινό αποθήκες του Λούβρου.
Δεν αντέχω στον πειρασμό να μεταφέρω εδώ δύο παραγράφους από τις σχετικές ημερολογιακές σημειώσεις του Ντυμαί-Λβοβσκί:

[…] Στο τέρμα ενός διαδρόμου, κάτω από ένα φωτοστέφανο χρυσαφένιου φωτός, βρίσκεται ο Αντίνοος της βίλας Μοντραγκόνε.
Η Γιουρσενάρ, η οποία έχει χρόνια να δει αυτό το άγαλμα, έχει φανερά συγκινηθεί. Στέκονται σιωπηλά πρόσωπο με πρόσωπο. Του χαϊδεύει τα μαλλιά σαν να πρόκειται για έφηβο με σάρκα και οστά. Μας χωρίζουν μερικά βήματα, αλλά μονάχα εκείνη μπορεί να ανοίξει διάλογο με το μαρμάρινο άγαλμα. Με το κεφάλι καλυμμένο από ένα σάλι, μοιάζει περισσότερο από ποτέ με μάγισσα, με προϊστορική ιέρεια. Εχει μέσα της μια απροσδιόριστη αρχαϊκή δύναμη. Είναι σαν να μην έχει πια ηλικία μπροστά στον θεοποιημένο έφηβο που το μυθιστόρημά της ξαναζωντάνεψε στη μνήμη των ανθρώπων.

Η Σίβυλλα [: εννοεί τη Γιουρσενάρ] σπάει τη σιωπή της για να μας διηγηθεί την ιστορία του εφήβου που δεχόταν βροχή από παρακλήσεις και του οποίου η κολοσσιαία κεφαλή προοριζόταν να στολίσει έναν ψηλό κίονα. Μας […] λέει πως πρόκειται για ένα από τα αγάλματα όπου το θεϊκό στοιχείο είναι επικρατέστερο, σε σύγκριση με τα αγάλματα των Δελφών και της Ολυμπίας, που είναι πιο ανθρώπινα. […]

Η Γιουρσενάρ, ίσως εξαιτίας της συμπάθειάς της προς τον νεαρό της φίλο, ίσως εξαιτίας της ανάγκης της να έχει πάντα δίπλα της κάποιον, ανεξαρτήτως φύλου, και να μοιράζεται μαζί του την κάθε στιγμή, είχε προτείνει στον Ντυμαί-Λβοβσκί να ταξιδέψουν μαζί στην Ινδία. Το ταξίδι αυτό δεν επρόκειτο να γίνει ποτέ, καθώς η Γιουρσενάρ πέθανε μία εβδομάδα πριν από την προγραμματισμένη αναχώρησή τους για τη Βομβάη· όμως, η συγγραφέας πρόλαβε να καλέσει τον Ντυμαί-Λβοβσκί στην Πετίτ Πλεζάνς, προκειμένου να συζητήσουν τις λεπτομέρειες της κοινής τους περιπλάνησης στην Ασία. Ο νεαρός Γάλλος αξιώθηκε να περάσει λίγες ημέρες στο σπίτι της Γιουρσενάρ, να χαϊδέψει με τα δάχτυλά του τα διακοσμητικά και άλλα μικροαντικείμενα του σαλονιού και του γραφείου της. Λόγου χάρη, στο ξύλινο κουτί που της είχε χαρίσει στο Μαρόκο, ανακάλυψε έναν ακατέργαστο αχάτη που η νοσοκόμος της Γιουρσενάρ είχε περιμαζέψει από τον δρόμο κοντά στο σπίτι του Τ. Ε. Λώρενς [του λεγόμενου: της Αραβίας] και μαζί του ένα μικροσκοπικό κομμάτι χαρτί πάνω στο οποίο η Γιουρσενάρ είχε γράψει στα ελληνικά την αγαπημένη της ρήση: «Δεν έχει σημασία». Είχε επίσης το προνόμιο να ξεναγηθεί από την ίδια στον μεγάλο κήπο με τις οξιές, τα έλατα, τις φτελιές και τα οπωροφόρα δέντρα που η Γιουρσενάρ έβρισκε χρόνο να περιποιείται προσωπικώς, παρά το φορτωμένο με υποχρεώσεις πρόγραμμά της.

Το βιβλίο του Ντυμαί-Λβοβσκί, Το τελευταίο ταξίδι της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ (φωτογραφίες: Σαντρί Ντερρατζί· μετάφραση: Γιάννης Στρίγκος. Αθήνα 2003, 119 σελ.), που ολοκληρώνεται με την περιγραφή της συνάντησής του (στη μνήμη της Γιουρσενάρ) με τον Δαλάι Λάμα, δεν διεκδικεί λογοτεχνικές δάφνες· ωστόσο, με την υποστήριξη που του παρέχουν οι χαρακτηριστικές στιγμιοτυπικές φωτογραφίες του Σαντρί Ντερρατζί, αποτελεί την πολύτιμη μαρτυρία ενός αισθαντικού παρατητηρή για τη στιλπνή καθημερινότητα μιας εμπνευσμένης γυναίκας, τους τελευταίους κι ωστόσο φωτεινούς μήνες της πολυκύμαντης και δημιουργικής ζωής της.

Δείτε στο βίντεο μία συνέντευξή της.

15.12.17

Δωρίστε συνδρομές, συλλεκτικά αφιερώματα και βιβλία των Εκδόσεων Εντευκτηρίου



Ανάμεσα στα δώρα που σκέφτεστε να κάνετε σε αγαπημένα και σε φιλικά σας πρόσωπα, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, για το καλό του νέου χρόνου, σκεφτείτε να περιλάβετε και μία ετήσια συνδρομή (τέσσερα τεύχη) στο περιοδικό Εντευκτήριο, το λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό περιοδικό που έχει την έδρα του στη Θεσσαλονίκη αλλά αναγνωρίζεται ως ένα από τα πιο έγκυρα και ενδιαφέροντα περιοδικά του είδους του.
Δώστε στους δικούς σας ανθρώπους την ευκαιρία να μοιραστούν μαζί σας αναγνώσματα απαιτήσεων, με ελληνικές και ξένες υπογραφές, όχι πάντα 'επώνυμες' αλλά πάντα ενδιαφέρουσες και ξεχωριστές. Ποίηση και πεζογραφία, δοκίμια, βιβλιο-κριτικές/παρουσιάσεις, ειδικό φωτογραφικό ένθετο, σχόλια για την πνευματική επικαιρότητα.

Η συνδρομή μπορεί να αρχίζει με το τεύχος Νο 113, που ήδη κυκλοφορεί, ή το αμέσως επόμενο, Νο 114, που θα κυκλοφορήσει στα τέλη Ιανουαρίου, με πλούσιο αφιέρωμα στη Λούλα Αναγνωστάκη και άλλη, αυστηρά επιλεγμένη, λογοτεχνική ύλη.

Ετήσια συνδρομή (περιλαμβανομένων και των τελών αποστολής): 35,00 ευρώ
Για δύο συνδρομές το συνολικό ποσόν περιορίζεται σε 65,00 ευρώ.
Για τρεις συνδρομές το συνολικό ποσόν περιορίζεται σε 95,00 ευρώ

Μπορείτε επίσης να κάνετε δώρο μία συνδρομή στον ... εαυτό σας, πληρώνοντας για έναν χρόνο 35,00 ευρώ, για δύο χρόνια 65,00, για τρία χρόνια 95,00 ευρώ.

Ακόμη, μπορείτε να δωρίσετε σε φίλους σας συλλεκτικά αφιερώματα του περιοδικού Εντευκτήριο ή βιβλία των Εκδόσεων Εντευκτηρίου.
Παραθέτουμε, ενδεικτικά, μερικούς τίτλους (και σε παρένθεση την τιμή* του καθενός, δίχως τα ταχυδρομικά ― εάν η παραγγελία υπερβαίνει τα 25,00 ευρώ, δεν υπάρχει επιβάρυνση για έξοδα αποστολής):

ποίηση
Ένο Αγκόλλι, ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΑΙΤΙΟ (7,00 ― Βραβείο Βαρβέρη για πρωτοεμφανιζόμενο ποιητή, 2015)
Βασίλης Αμανατίδης, ΥΠΝΩΤΗΡΙΟ (8,00 ευρώ ― απομένουν ελάχιστα αντίτυπα)
Ειρήνη Γκόλτσιου, ΥΠΕΡΗΧΟΙ (7,00)
Βασίλης Δασκαλάκης, ΠΑΡΑΛΛΗΛΗ ΜΝΗΜΗ (7,00)
Κυριάκος Ευθυμίου, KYΡΤΟΣ ΑΛΑΤΟΠΩΛΗΣ (8,00 ευρώ ― κρατικό βραβείο ποίησης 2015 της Κύπρου)
Σταύρος Ζαφειρίου, ΤΑ ΚΑΤΟΙΚΙΔΙΑ (5,00 ευρώ)
Δημήτρης Θαβώρης, ΔΡΟΜΟΣ ΠΑΛΙ (5,00)
Θάνος Λουμπρούκος, Η ΕΚΔΙΚΗΣΗ ΤΗΣ ΙΘΑΚΗΣ (5,00)
Αλεξάνδρα Μπακονίκα, ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗ ΗΔΥΠΑΘΕΙΑΣ (5,00)
Κωνσταντίνος Παπαχαράλαμπος, Κ-ΟΝ (7,00)
Συμεών Τσακίρης, ΧΑΡΤΟΙΚΙΔΙΑ (5,00)
Τέλλος Φίλης, ΕΝΑΣ ΑΠΛΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ ΒΙΝΤΕΟΚΛΑΜΠ (5,00)
B. D. Foxmoor, ARMARIMA (8,00)

πεζογραφία
Γιώργος Αδαμίδης, ΒΟΛΗ ΕΓΓΥΣ ΦΙΛΙΩΝ ΤΜΗΜΑΤΩΝ (6,00 ― απομένουν ελάχιστα αντίτυπα)
Στέργιος Βαγγλής, Η ΖΩΗ ΤΟΥΣ ΜΙΑ ΦΑΡΣΑ (9,00)
Κατερίνα Δασκαλάκη, ΔΙΑ ΞΗΡΑΣ (2,00)
Άκης Δήμου, ΟΥΖΟ ΚΑΙ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ (5,00)
Κατερίνα Παναγιωτοπούλου, Η ΜΑΚΡΥΓΙΑΛΟΥ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ (8,00)
Δημήτρης Παστουρματζής, Ο ΓΕΝΝΑΙΟΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ (6,00 ― απομένουν ελάχιστα αντίτυπα)
Γιαν Χένρικ Σβαν, Η ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΗ ΧΑΡΑ (8,00)
Γιαν Χένρικ Σβαν, ΤΑ ΜΗΧΑΝΑΚΙΑΤΟΥ ΜΑΝΟΛΗ (8,00)
Καίτη Στεφανάκη, ΟΖΑ ΡΟΖ (8,00)
Χρήστος Χρηστίδης, ΑΝΑΠΟΔΟΓΕΝΝΗΜΕΝΟΣ (8,00)

μονογραφία

cd
Δ. Ν. Μαρωνίτης, ΟΜΗΡΟΣ ΚΑΙ ΗΣΙΟΔΟΣ (διαβάζουν ο Δ. Ν. Μαρωνίτης και η Φιλαρέτη Κομνηνού) (9,00)

δοκίμιο – μελέτη
Μαίρη Μικέ, ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΗΣ ΚΑΒΑΛΑΣ (6,00)
Σάκης Σερέφας, Η ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΕΞ ΑΠΟΣΤΑΣΕΩΣ (5,00)
Βάνα Χαραλαμπίδου, ΔΩΔΕΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟ ΡΕΠΟΡΤΑΖ (4,00)
Βάνα Χαραλαμπίδου, ΠΡΟΣΩΠΑ (συνεντεύξεις) (5,00)
Βάνα Χαραλαμπίδου, ΜΙΑ ΚΟΥΚΙΔΑ ΣΤΟΝ ΧΑΡΤΗ (12,00)
Ντίνος Χριστιανόπουλος, ΤΟΡΕΜΠΕΤΙΚΟ ΚΑΙ Η ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ (7,00)
Ντίνος Χριστιανόπουλος, ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΜΑΚΕΔΟΝΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ (7,00)

φωτογραφία
CAMERA OBSCURA 1988-1999: 40 ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΙ ΣΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ» (λεύκωμα, 35,00)
Ηρακλής Παπαϊωάννου, ΕΚΤΟΣ ΠΑΙΔΙΑΣ (9,00)

αφιερώματα
Μην ξεχνάτε τα ειδικά και συλλεκτικά αφιερωματικά τεύχη του Εντευκτηρίου:
αριθ. 100: ΕΚΑΤΟ (με αφορμή τα 100 τεύχη του περιοδικού Εντευκτήριο) (8,00)
αριθ. 106: ΣΕΛΙΔΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟ ΛΙΟΝΤΑΚΗ (+ cd: Ο Γιώργος Ιωάννου διαβάζει κείμενά του») (9,00)
αριθ. 109: ΣΕΛΙΔΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΜΑΡΙΑ ΚΕΝΤΡΟΥ-ΑΓΑΘΟΠΟΥΛΟΥ (9,00)
ειδικό τεύχος (εκτός αρίθμησης): ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ. 100 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ (9,00)


Κάνετε τις παραγγελίες σας με e-mail στην διεύθυνση entefkti@otenet.gr
ή τηλεφωνήστε στο 2310 279.607

Καλές γιορτές, καλύτερο το 2018!


* Οι τιμές ισχύουν για αγορές απευθείας από το Εντευκτήριο. Στα βιβλιοπωλεία οι εκδόσεις διατίθενται σε διαφορετικές, υψηλότερες τιμές.